Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

ΑΓΓΕΛΙΚΑ η Μαντενούτα (Αναλυτική Περίληψη)


Αγγέλικα η μαντενούτα (=η παλλακίδα)
Η Αγγέλικα Νίκλη, δεκατριών ετών, παιδί ενός φτωχού πολύτεκνου Μωραΐτη από τους πολλούς  που είχαν καταφύγει  στην Ζάκυνθο για να γλυτώσουν από του Τούρκου το χατζάρι, μπαίνει υπηρετριούλα στο αρχοντικό του κόντε  Νικολάου Σαλαμόν. 
Ο κόντε Σαλαμόν είναι έμπορος ταμπάκου, ένας από τους πλουσιότερους άρχοντες των Επτανήσων, γραμμένος στη Χρυσή Βίβλο των Αρχόντων (Libro d’ Oro) ήδη παντρεμένος εδώ και τριάντα χρόνια με την αρχόντισσα Μαρνέτα Κάκνη και έχουν δύο παιδιά: τον Ροβέρτο και την  Έλενα. Ο Ροβέρτος είναι ανύμφευτος. Η Έλενα έχει παντρευτεί τον Στυλιανό Στραβοπόδη που είναι Ιακωβίνος (οπαδός των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, επαναστάτης ο ίδιος, και Ενωτικός, δηλαδή επιθυμεί την ένωση των Επτανήσων με την μητέρα Ελλάδα).
Ο κόντες είναι σε συνεχή σύγκρουση με τον γυιό του τον Ροβέρτο, για πολιτικούς λόγους. Ενώ εκείνος είναι θερμός υποστηρικτής του  Λίμπρο ντ’ Όρο (δηλαδή της διαφοράς των τάξεων σε άρχοντες, ποπολάρους και σέμπρους), ο Ροβέρτος, νέος δημοκρατικών αρχών, πλήρης ελληνικής συνείδησης, επιθυμεί την Ένωση των Επτανήσων (που ήταν υπό Ενετική κατοχή) με την Ελλάδα. 
Οργισμένος ο κόντες με την κατάσταση που επικρατεί στο σπιτικό του, θα κάνει την Αγγέλικα μαντενούτα του, δηλαδή ερωμένη του, με τις ευλογίες του πατέρα της, ο οποίος δέχεται να πουλήσει το κορίτσι του στον γερο-κόντε για ένα πουγκί φλουριά… Άλλωστε ο θεσμός της παλλακείας είναι ευρύτατα διαδεδομένος στα Επτάνησα, οι περισσότεροι κόντηδες έχουν νόμιμες συζύγους, αλλά και μία ή και περισσότερες παλλακίδες ο καθένας… 
Η γυναίκα του η Μαρνέτα θα αλλοφρονήσει και θα επιχειρήσει να σκοτώσει τη μικρή την  οποία σώζει από τα χέρια της την τελευταία στιγμή το υπηρετικό προσωπικό και ο γυιός της ο Ροβέρτος.
Έναν χρόνο μετά, το μικρό κορίτσι θα γεννήσει τον Διονύσιο (που θα γίνει ο μεγάλος ποιητής που γνωρίζουμε) και δύο χρόνια αργότερα και τον Δημήτριο (ο οποίος θα φθάσει μια ημέρα να γίνει Πρόεδρος των Επτανήσων).
Έναν χρόνο μετά τη γέννηση του Δημήτρη, η κοντέσσα Μαρνέτα, πικραμένη και βασανισμένη από την αλλόκοτη κατάσταση που επικρατεί στο σπιτικό της, θα αφήσει την τελευταία της πνοή. 
Μετά τον θάνατο της Μαρνέτας, θα έλεγε κανείς ότι ο  τρελά ερωτευμένος με την μαντενούτα του κόντες, θα νομιμοποιούσε τον παράνομο δεσμό του. Ωστόσο δεν έγινε έτσι. Ο κόντε Σαλαμόν δεν παντρεύεται την μικρή ερωμένη του παρά μόνο πέντε χρόνια μετά, την ημέρα του θανάτου του, και το κάνει αυτό για να την κρατάει δεμένη κοντά του με τον φόβο. Οι μαντενούτες ήταν πρόσωπα που η επτανησιακή κοινωνία τα κυνηγούσε και τα «τιμωρούσε» με φρεζάρισμα, δηλαδή παραμόρφωνε τα πρόσωπά τους ( για να μην έχουν πια μούτρα να βγαίνουν στην κοινωνία) και δεν ήταν λίγες οι φορές που σκότωνε κι αυτές και τα παιδιά τους όταν έμεναν χωρίς την προστασία του άρχοντα εραστή τους.
Με διαθήκη του ο ζάπλουτος κόντες, αφήνει ένα μέρος της περιουσίας του στον Ροβέρτο (τον οποίο τελικώς αποφάσισε να μην αποκληρώσει, για να μην κυνηγήσει τα δυο «φυσικά»  τέκνα του, όταν εκείνος θα έλειπε από τη ζωή)  και αφήνει το μεγαλύτερο μέρος της στα δυο παιδιά που έκανε με την  μαντενούτα του, στον Διονύσιο και στον Δημήτρη. Όμως επειδή τα δύο αυτά παιδιά ήταν ανήλικα, άφησε  την διαχείριση της τεράστιας περιουσίας του στα χέρια δύο επιτρόπων εκ των οποίων ο ένας ήταν ο αγαπητός και έμπιστος ανεψιός του, ο  Νικόλαος Μεσσαλάς. 
Ο Μεσσαλάς διαχειρίζεται πλέον εν λευκώ την τεράστια περιουσία που μια ημέρα των ημερών θα κληρονομήσουν τα παιδιά, πράγμα το οποίο και του αποφέρει μεγάλα κέρδη.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τα δύο παιδιά, ο Διονύσιος και ο Δημήτρης, ναι μεν ήταν «φυσικά» τέκνα αναγνωρισμένα από τον πατέρα τους, αλλά το Ενετικό Δίκαιο που επικρατούσε στα Επτάνησα, τα απέκλειε άπαξ δια παντός από κληρονομιά, διότι όταν γεννήθηκαν ζούσε ακόμη η πρώτη νόμιμη σύζυγος του πατέρα τους. Ως μοιχογενή φυσικά τέκνα είχαν το δικαίωμα της διατροφής, αλλά όχι της κληρονομιάς. Απλώς ο κόντες, κάνοντας τη διαθήκη του, ήλπιζε ότι σύντομα θα άλλαζε το κληρονομικό δίκαιο, με την έλευση και εγκατάσταση των Γάλλων στα Επτάνησα, λίγο μετά την Γαλλική Επανάσταση… 
Ωστόσο, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του κόντε Σαλαμόν, ένα γεγονός ανατρέπει τα πάντα: η Αγγέλικα είναι και πάλι έγκυος!
Το τρίτο παιδί, σύμφωνα με το Ενετικό Δίκαιο που επικρατεί στα Επτάνησα την εποχή εκείνη, επειδή είναι το μόνο που θα γεννηθεί μετά από νόμιμο γάμο των γονιών του, κληρονομεί τα πάντα, ενώ τα δύο μεγαλύτερα παιδιά, ο Διονύσιος και ο Δημήτρης, ως μοιχογενή φυσικά τέκνα, δεν δικαιούνται καμμίας κληρονομιάς, ή μη μόνον διατροφής. Η μητέρα του, από την άλλη μεριά, δεν μπορούσε να έχει την κηδεμονία του νέου παιδιού, το οποίο αναγκαστικά θα περνούσε στην κηδεμονία του ομοπάτριου αδερφού του του Ροβέρτου, αφού ο νόμος αυτόν όριζε ως κηδεμόνα του. Οι γυναίκες, και ειδικά οι μαντενούτες ήταν για τον νόμο ανύπαρκτες.
Το σκηνικό πλέον διαμορφώνεται ως εξής: 
Ο Ροβέρτος αποφασίζει να αδράξει την ευκαιρία που παρουσιάζεται. Θα αναλάβει την κηδεμονία του τρίτου παιδιού και τα άλλα δύο θα αποκλειστούν οριστικά από την κληρονομιά! Έτσι θα γίνει αυτός κυρίαρχος της συνολικής πατρικής περιουσίας…
Οι επίτροποι, και κυρίως ο Μεσσαλάς, βλέποντας ότι θα χάσουν τα μεγάλα οικονομικά οφέλη που τους δίνει η κηδεμονία και η διαχείριση της περιουσίας των δυο μικρών παιδιών του κόντε, συλλαμβάνουν ένα σατανικό σχέδιο:
Πείθουν την Αγγέλικα ότι κινδυνεύει αυτή και τα παιδιά της να μείνουν στον δρόμο -και στο έλεος της σκληρής κοινωνίας-  αν ο Ροβέρτος πάρει την κηδεμονία του τρίτου παιδιού. Την αναγκάζουν να δηλώσει ότι το παιδί στο οποίο είναι έγκυος, δεν είναι του κόντε, αλλά του… εραστή της. 
Ως εραστής «προσλαμβάνεται» ο Μανώλης Λεονταράκης, ένας νεαρός συνεργάτης του συγχωρεμένου του κόντε στις τοκογλυφίες του (ο κόντες ήταν επίσης ένας από τους μεγαλύτερους τοκογλύφους των Επτανήσων, «επιτήδευμα»  που το συνέχισαν επάξια και οι γυιοί του Διονύσιος και Δημήτρης όταν μεγάλωσαν), έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων.
 Ο Λεονταράκης θα δεχθεί να παντρευτεί την Αγγέλικα – με την οποία είναι κρυφά ερωτευμένος- και να αναγνωρίσει το παιδί της ως δικό του.
Ο Ροβέρτος στο μεταξύ  μάταια αναζητά την Αγγέλικα για να την κλείσει σε μοναστήρι ώστε να μπορέσει να βεβαιωθεί ότι το παιδί της θα γεννηθεί μέσα στο χρονικό διάστημα που ορίζει ο νόμος και να θεωρηθεί παιδί του συγχωρεμένου του κόντε.
Οι επίτροποι την κρύβουν και την κρατούν καλά κρυμμένη για αρκετούς μήνες σε σπίτια σέμπρων σε όλη την επικράτεια της Ζακύνθου μέχρι να γεννήσει. Αργότερα, θα φτιάξουν μια ψεύτικη ληξιαρχική πράξη βαπτίσεως με βούλες και σφραγίδες επίσημες, όπου το παιδί παρουσιάζεται ως σαράντα πέντε ημερών, ενώ είναι ήδη έξι μηνών (όπως θα πιστοποιήσουν όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες στην μετέπειτα δίκη). 
Ο Ροβέρτος χάνει το παιχνίδι, αλλά τον κατευνάζουν οι  σατανικοί επίτροποι, παραχωρώντας του μερικά ακόμη οικονομικά προνόμια και δίνοντάς του ακόμη περισσότερες υποσχέσεις…
Η Αγγέλικα συμβιεί πλέον με τον Μανώλη Λεονταράκη (με τον οποίο θα αποκτήσει  αργότερα έναν γυιό και δυο κόρες).
Οι επίτροποι,  στο μεταξύ, της παίρνουν τα παιδιά, τον Διονύσιο και τον Δημήτριο, και τα βάζουν εσώκλειστα σε (θρησκευτικά) σχολεία της Ιταλίας και αργότερα στο πανεπιστήμιο, για να αποκτήσουν την παιδεία που πρέπει να έχουν τα αρχοντόπουλα.
Ο Διονύσιος, λοιπόν,  φεύγει εννέα ετών από την αγκαλιά της μητέρας του (το ίδιο και ο Δημήτρης) και θα ξαναγυρίσει πλέον στην Ζάκυνθο στα είκοσι ένα του, έχοντας εγκαταλείψει τη Νομική, προτιμώντας να επιδοθεί στην ποίηση. [ Ο Δημήτρης θα γυρίσει στα δεκαεννιά του, για να παντρευτεί μια πλούσια νύφη, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του, και θα ασχοληθεί με τοκογλυφίες και με την πολιτική, όπου και θα διαπρέψει.] 
Όσον καιρό ήταν στην Ιταλία ο Διονύσιος και ο Δημήτρης, οι επίτροποι απαγόρευαν την επικοινωνία δι’ επιστολών των παιδιών με τη μητέρα, και τ’ ανάπαλιν. Στόχος τους ήταν να τα αποξενώσουν εντελώς από την ποπολάρα μητέρα, για να μπορέσουν ευκολότερα να ενταχθούν στην κοινωνία των αρχόντων που δεν δεχόταν στις τάξεις της παρά μόνο «γαλαζοαίματους».
Ωστόσο, ο τρίτος αδελφός, ο Γιάννης ‘Λεονταράκης’ (ο μόνος από τ’ αδέρφια  που θα ολοκληρώσει τις σπουδές του και θα γίνει ένας λαμπρός νομικός), θα ανακαλύψει, όταν θα μεγαλώσει, την πραγματική ιστορία της γέννησής του, και θα απαιτήσει από τον Διονύσιο να τον αναγνωρίσουν κι αυτόν ως όμαιμο και ομοπάτριο αδελφό τους, υποσχόμενος ότι δεν έχει οικονομικές βλέψεις. Ο Διονύσιος αρνείται κατηγορηματικά να τον αναγνωρίσει και του κόβει την καλημέρα.
Πικραμένος  ο Γιάννης, θα υποκινήσει μια δίκη (που θα αφήσει εποχή στα Επτάνησα)  με σκοπό να πάρει το όνομα που του στέρησαν οι επίτροποι και τ’ αδέλφια του. Και φυσικά και μερίδιο από την πατρική κληρονομιά. 
Σ’ αυτόν τον αγώνα του δεν θα βρει πολλούς υποστηρικτές (πλην των δικηγόρων του και των μαρτύρων που ήξεραν την αλήθεια), γιατί τα μεγαλύτερα αδέρφια του είναι ήδη πολύ ισχυρά πρόσωπα στα Επτάνησα, με άμεση πρόσβαση στον Άγγλο Αρμοστή. 
Ο Διονύσιος και ο Δημήτρης θα πληρώσουν δικαστές και ενόρκους, οι οποίοι θα αγνοήσουν τους αυτόπτες μάρτυρες καθώς  και την συγκλονιστική ομολογία της μητέρας Αγγέλικας, αλλά και αυτήν του Μανώλη Λεονταράκη,  που παραδέχτηκε ότι ποτέ δεν είχε ερωτικές σχέσεις με την Αγγέλικα πριν την παντρευτεί. Θα αγνοήσουν επίσης  και την μεγάλη ομοιότητα του Γιάννη με τον ίδιο τον… κόντε Νικόλαο Σαλαμόν, τον πατέρα τους, και θα θεωρήσουν ως μόνο ατράνταχτο αποδεικτικό στοιχείο,  την ψεύτικη ληξιαρχική πράξη βαπτίσεως…
Όταν ο Γιάννης θα χάσει οριστικά τη δίκη, θα φύγει στην Αγγλία, όπου θα διακριθεί στα ναυτιλιακά και θα εξελιχθεί σε διακεκριμένο δικηγόρο. Θα παντρευτεί μια ιρλανδέζα αριστοκράτισσα, την Λοΐζα ντε Τουίτ, και θα αποκτήσει μαζί της τέσσερα παιδιά. Θα μείνει για ένα διάστημα στην Πάτρα και στο Ναύπλιο κι ύστερα στη Γαλλία. Από τον Γιάννη Σολωμό-Λεονταράκη κατάγονται οι μόνοι απόγονοι της μαντενούτας και του κόντε Σαλαμόν (Σολωμού), χαμένοι σήμερα κάπου στη Γαλλία…
Η Αγγέλικα θα μείνει μόνη, περιφρονημένη απ’ όλους, για να δει να πεθαίνουν πρώτα ο Σπύρος της, ο γυιός που απέκτησε με τον Μανώλη Λεονταράκη, έπειτα ο άντρας της ο Μανώλης από τον καημό του, κατόπιν η κόρη της η Αννέτα, και τέλος  ο Διονύσιος, αλκοολικός και βασανισμένος από τις τύψεις,  που πια είχε αναγνωριστεί ως ο μεγαλύτερος ποιητής των Επτανήσ
ων…
Η Αγγέλικα θα πεθάνει στα χέρια της εγγονής της Ελένης Ιγγλέση, αδικαίωτη, στιγματισμένη για πάντα ως η μαντενούτα που πρόδωσε τον αφέντη-εραστή της…  

1 σχόλιο:

  1. Υπέροχο βιβλίο, υπέροχη και η συγγραφέας του.
    Σε φιλώ Ελένη μου, πάντα επιτυχίες!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή