Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011


ΑΓΓΕΛΙΚΑ η Μαντενούτα (Αναλυτική Περίληψη)


Αγγέλικα η μαντενούτα (=η παλλακίδα)
Η Αγγέλικα Νίκλη, δεκατριών ετών, παιδί ενός φτωχού πολύτεκνου Μωραΐτη από τους πολλούς  που είχαν καταφύγει  στην Ζάκυνθο για να γλυτώσουν από του Τούρκου το χατζάρι, μπαίνει υπηρετριούλα στο αρχοντικό του κόντε  Νικολάου Σαλαμόν. 
Ο κόντε Σαλαμόν είναι έμπορος ταμπάκου, ένας από τους πλουσιότερους άρχοντες των Επτανήσων, γραμμένος στη Χρυσή Βίβλο των Αρχόντων (Libro d’ Oro) ήδη παντρεμένος εδώ και τριάντα χρόνια με την αρχόντισσα Μαρνέτα Κάκνη και έχουν δύο παιδιά: τον Ροβέρτο και την  Έλενα. Ο Ροβέρτος είναι ανύμφευτος. Η Έλενα έχει παντρευτεί τον Στυλιανό Στραβοπόδη που είναι Ιακωβίνος (οπαδός των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, επαναστάτης ο ίδιος, και Ενωτικός, δηλαδή επιθυμεί την ένωση των Επτανήσων με την μητέρα Ελλάδα).
Ο κόντες είναι σε συνεχή σύγκρουση με τον γυιό του τον Ροβέρτο, για πολιτικούς λόγους. Ενώ εκείνος είναι θερμός υποστηρικτής του  Λίμπρο ντ’ Όρο (δηλαδή της διαφοράς των τάξεων σε άρχοντες, ποπολάρους και σέμπρους), ο Ροβέρτος, νέος δημοκρατικών αρχών, πλήρης ελληνικής συνείδησης, επιθυμεί την Ένωση των Επτανήσων (που ήταν υπό Ενετική κατοχή) με την Ελλάδα. 
Οργισμένος ο κόντες με την κατάσταση που επικρατεί στο σπιτικό του, θα κάνει την Αγγέλικα μαντενούτα του, δηλαδή ερωμένη του, με τις ευλογίες του πατέρα της, ο οποίος δέχεται να πουλήσει το κορίτσι του στον γερο-κόντε για ένα πουγκί φλουριά… Άλλωστε ο θεσμός της παλλακείας είναι ευρύτατα διαδεδομένος στα Επτάνησα, οι περισσότεροι κόντηδες έχουν νόμιμες συζύγους, αλλά και μία ή και περισσότερες παλλακίδες ο καθένας… 
Η γυναίκα του η Μαρνέτα θα αλλοφρονήσει και θα επιχειρήσει να σκοτώσει τη μικρή την  οποία σώζει από τα χέρια της την τελευταία στιγμή το υπηρετικό προσωπικό και ο γυιός της ο Ροβέρτος.
Έναν χρόνο μετά, το μικρό κορίτσι θα γεννήσει τον Διονύσιο (που θα γίνει ο μεγάλος ποιητής που γνωρίζουμε) και δύο χρόνια αργότερα και τον Δημήτριο (ο οποίος θα φθάσει μια ημέρα να γίνει Πρόεδρος των Επτανήσων).
Έναν χρόνο μετά τη γέννηση του Δημήτρη, η κοντέσσα Μαρνέτα, πικραμένη και βασανισμένη από την αλλόκοτη κατάσταση που επικρατεί στο σπιτικό της, θα αφήσει την τελευταία της πνοή. 
Μετά τον θάνατο της Μαρνέτας, θα έλεγε κανείς ότι ο  τρελά ερωτευμένος με την μαντενούτα του κόντες, θα νομιμοποιούσε τον παράνομο δεσμό του. Ωστόσο δεν έγινε έτσι. Ο κόντε Σαλαμόν δεν παντρεύεται την μικρή ερωμένη του παρά μόνο πέντε χρόνια μετά, την ημέρα του θανάτου του, και το κάνει αυτό για να την κρατάει δεμένη κοντά του με τον φόβο. Οι μαντενούτες ήταν πρόσωπα που η επτανησιακή κοινωνία τα κυνηγούσε και τα «τιμωρούσε» με φρεζάρισμα, δηλαδή παραμόρφωνε τα πρόσωπά τους ( για να μην έχουν πια μούτρα να βγαίνουν στην κοινωνία) και δεν ήταν λίγες οι φορές που σκότωνε κι αυτές και τα παιδιά τους όταν έμεναν χωρίς την προστασία του άρχοντα εραστή τους.
Με διαθήκη του ο ζάπλουτος κόντες, αφήνει ένα μέρος της περιουσίας του στον Ροβέρτο (τον οποίο τελικώς αποφάσισε να μην αποκληρώσει, για να μην κυνηγήσει τα δυο «φυσικά»  τέκνα του, όταν εκείνος θα έλειπε από τη ζωή)  και αφήνει το μεγαλύτερο μέρος της στα δυο παιδιά που έκανε με την  μαντενούτα του, στον Διονύσιο και στον Δημήτρη. Όμως επειδή τα δύο αυτά παιδιά ήταν ανήλικα, άφησε  την διαχείριση της τεράστιας περιουσίας του στα χέρια δύο επιτρόπων εκ των οποίων ο ένας ήταν ο αγαπητός και έμπιστος ανεψιός του, ο  Νικόλαος Μεσσαλάς. 
Ο Μεσσαλάς διαχειρίζεται πλέον εν λευκώ την τεράστια περιουσία που μια ημέρα των ημερών θα κληρονομήσουν τα παιδιά, πράγμα το οποίο και του αποφέρει μεγάλα κέρδη.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τα δύο παιδιά, ο Διονύσιος και ο Δημήτρης, ναι μεν ήταν «φυσικά» τέκνα αναγνωρισμένα από τον πατέρα τους, αλλά το Ενετικό Δίκαιο που επικρατούσε στα Επτάνησα, τα απέκλειε άπαξ δια παντός από κληρονομιά, διότι όταν γεννήθηκαν ζούσε ακόμη η πρώτη νόμιμη σύζυγος του πατέρα τους. Ως μοιχογενή φυσικά τέκνα είχαν το δικαίωμα της διατροφής, αλλά όχι της κληρονομιάς. Απλώς ο κόντες, κάνοντας τη διαθήκη του, ήλπιζε ότι σύντομα θα άλλαζε το κληρονομικό δίκαιο, με την έλευση και εγκατάσταση των Γάλλων στα Επτάνησα, λίγο μετά την Γαλλική Επανάσταση… 
Ωστόσο, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του κόντε Σαλαμόν, ένα γεγονός ανατρέπει τα πάντα: η Αγγέλικα είναι και πάλι έγκυος!
Το τρίτο παιδί, σύμφωνα με το Ενετικό Δίκαιο που επικρατεί στα Επτάνησα την εποχή εκείνη, επειδή είναι το μόνο που θα γεννηθεί μετά από νόμιμο γάμο των γονιών του, κληρονομεί τα πάντα, ενώ τα δύο μεγαλύτερα παιδιά, ο Διονύσιος και ο Δημήτρης, ως μοιχογενή φυσικά τέκνα, δεν δικαιούνται καμμίας κληρονομιάς, ή μη μόνον διατροφής. Η μητέρα του, από την άλλη μεριά, δεν μπορούσε να έχει την κηδεμονία του νέου παιδιού, το οποίο αναγκαστικά θα περνούσε στην κηδεμονία του ομοπάτριου αδερφού του του Ροβέρτου, αφού ο νόμος αυτόν όριζε ως κηδεμόνα του. Οι γυναίκες, και ειδικά οι μαντενούτες ήταν για τον νόμο ανύπαρκτες.
Το σκηνικό πλέον διαμορφώνεται ως εξής: 
Ο Ροβέρτος αποφασίζει να αδράξει την ευκαιρία που παρουσιάζεται. Θα αναλάβει την κηδεμονία του τρίτου παιδιού και τα άλλα δύο θα αποκλειστούν οριστικά από την κληρονομιά! Έτσι θα γίνει αυτός κυρίαρχος της συνολικής πατρικής περιουσίας…
Οι επίτροποι, και κυρίως ο Μεσσαλάς, βλέποντας ότι θα χάσουν τα μεγάλα οικονομικά οφέλη που τους δίνει η κηδεμονία και η διαχείριση της περιουσίας των δυο μικρών παιδιών του κόντε, συλλαμβάνουν ένα σατανικό σχέδιο:
Πείθουν την Αγγέλικα ότι κινδυνεύει αυτή και τα παιδιά της να μείνουν στον δρόμο -και στο έλεος της σκληρής κοινωνίας-  αν ο Ροβέρτος πάρει την κηδεμονία του τρίτου παιδιού. Την αναγκάζουν να δηλώσει ότι το παιδί στο οποίο είναι έγκυος, δεν είναι του κόντε, αλλά του… εραστή της. 
Ως εραστής «προσλαμβάνεται» ο Μανώλης Λεονταράκης, ένας νεαρός συνεργάτης του συγχωρεμένου του κόντε στις τοκογλυφίες του (ο κόντες ήταν επίσης ένας από τους μεγαλύτερους τοκογλύφους των Επτανήσων, «επιτήδευμα»  που το συνέχισαν επάξια και οι γυιοί του Διονύσιος και Δημήτρης όταν μεγάλωσαν), έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων.
 Ο Λεονταράκης θα δεχθεί να παντρευτεί την Αγγέλικα – με την οποία είναι κρυφά ερωτευμένος- και να αναγνωρίσει το παιδί της ως δικό του.
Ο Ροβέρτος στο μεταξύ  μάταια αναζητά την Αγγέλικα για να την κλείσει σε μοναστήρι ώστε να μπορέσει να βεβαιωθεί ότι το παιδί της θα γεννηθεί μέσα στο χρονικό διάστημα που ορίζει ο νόμος και να θεωρηθεί παιδί του συγχωρεμένου του κόντε.
Οι επίτροποι την κρύβουν και την κρατούν καλά κρυμμένη για αρκετούς μήνες σε σπίτια σέμπρων σε όλη την επικράτεια της Ζακύνθου μέχρι να γεννήσει. Αργότερα, θα φτιάξουν μια ψεύτικη ληξιαρχική πράξη βαπτίσεως με βούλες και σφραγίδες επίσημες, όπου το παιδί παρουσιάζεται ως σαράντα πέντε ημερών, ενώ είναι ήδη έξι μηνών (όπως θα πιστοποιήσουν όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες στην μετέπειτα δίκη). 
Ο Ροβέρτος χάνει το παιχνίδι, αλλά τον κατευνάζουν οι  σατανικοί επίτροποι, παραχωρώντας του μερικά ακόμη οικονομικά προνόμια και δίνοντάς του ακόμη περισσότερες υποσχέσεις…
Η Αγγέλικα συμβιεί πλέον με τον Μανώλη Λεονταράκη (με τον οποίο θα αποκτήσει  αργότερα έναν γυιό και δυο κόρες).
Οι επίτροποι,  στο μεταξύ, της παίρνουν τα παιδιά, τον Διονύσιο και τον Δημήτριο, και τα βάζουν εσώκλειστα σε (θρησκευτικά) σχολεία της Ιταλίας και αργότερα στο πανεπιστήμιο, για να αποκτήσουν την παιδεία που πρέπει να έχουν τα αρχοντόπουλα.
Ο Διονύσιος, λοιπόν,  φεύγει εννέα ετών από την αγκαλιά της μητέρας του (το ίδιο και ο Δημήτρης) και θα ξαναγυρίσει πλέον στην Ζάκυνθο στα είκοσι ένα του, έχοντας εγκαταλείψει τη Νομική, προτιμώντας να επιδοθεί στην ποίηση. [ Ο Δημήτρης θα γυρίσει στα δεκαεννιά του, για να παντρευτεί μια πλούσια νύφη, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του, και θα ασχοληθεί με τοκογλυφίες και με την πολιτική, όπου και θα διαπρέψει.] 
Όσον καιρό ήταν στην Ιταλία ο Διονύσιος και ο Δημήτρης, οι επίτροποι απαγόρευαν την επικοινωνία δι’ επιστολών των παιδιών με τη μητέρα, και τ’ ανάπαλιν. Στόχος τους ήταν να τα αποξενώσουν εντελώς από την ποπολάρα μητέρα, για να μπορέσουν ευκολότερα να ενταχθούν στην κοινωνία των αρχόντων που δεν δεχόταν στις τάξεις της παρά μόνο «γαλαζοαίματους».
Ωστόσο, ο τρίτος αδελφός, ο Γιάννης ‘Λεονταράκης’ (ο μόνος από τ’ αδέρφια  που θα ολοκληρώσει τις σπουδές του και θα γίνει ένας λαμπρός νομικός), θα ανακαλύψει, όταν θα μεγαλώσει, την πραγματική ιστορία της γέννησής του, και θα απαιτήσει από τον Διονύσιο να τον αναγνωρίσουν κι αυτόν ως όμαιμο και ομοπάτριο αδελφό τους, υποσχόμενος ότι δεν έχει οικονομικές βλέψεις. Ο Διονύσιος αρνείται κατηγορηματικά να τον αναγνωρίσει και του κόβει την καλημέρα.
Πικραμένος  ο Γιάννης, θα υποκινήσει μια δίκη (που θα αφήσει εποχή στα Επτάνησα)  με σκοπό να πάρει το όνομα που του στέρησαν οι επίτροποι και τ’ αδέλφια του. Και φυσικά και μερίδιο από την πατρική κληρονομιά. 
Σ’ αυτόν τον αγώνα του δεν θα βρει πολλούς υποστηρικτές (πλην των δικηγόρων του και των μαρτύρων που ήξεραν την αλήθεια), γιατί τα μεγαλύτερα αδέρφια του είναι ήδη πολύ ισχυρά πρόσωπα στα Επτάνησα, με άμεση πρόσβαση στον Άγγλο Αρμοστή. 
Ο Διονύσιος και ο Δημήτρης θα πληρώσουν δικαστές και ενόρκους, οι οποίοι θα αγνοήσουν τους αυτόπτες μάρτυρες καθώς  και την συγκλονιστική ομολογία της μητέρας Αγγέλικας, αλλά και αυτήν του Μανώλη Λεονταράκη,  που παραδέχτηκε ότι ποτέ δεν είχε ερωτικές σχέσεις με την Αγγέλικα πριν την παντρευτεί. Θα αγνοήσουν επίσης  και την μεγάλη ομοιότητα του Γιάννη με τον ίδιο τον… κόντε Νικόλαο Σαλαμόν, τον πατέρα τους, και θα θεωρήσουν ως μόνο ατράνταχτο αποδεικτικό στοιχείο,  την ψεύτικη ληξιαρχική πράξη βαπτίσεως…
Όταν ο Γιάννης θα χάσει οριστικά τη δίκη, θα φύγει στην Αγγλία, όπου θα διακριθεί στα ναυτιλιακά και θα εξελιχθεί σε διακεκριμένο δικηγόρο. Θα παντρευτεί μια ιρλανδέζα αριστοκράτισσα, την Λοΐζα ντε Τουίτ, και θα αποκτήσει μαζί της τέσσερα παιδιά. Θα μείνει για ένα διάστημα στην Πάτρα και στο Ναύπλιο κι ύστερα στη Γαλλία. Από τον Γιάννη Σολωμό-Λεονταράκη κατάγονται οι μόνοι απόγονοι της μαντενούτας και του κόντε Σαλαμόν (Σολωμού), χαμένοι σήμερα κάπου στη Γαλλία…
Η Αγγέλικα θα μείνει μόνη, περιφρονημένη απ’ όλους, για να δει να πεθαίνουν πρώτα ο Σπύρος της, ο γυιός που απέκτησε με τον Μανώλη Λεονταράκη, έπειτα ο άντρας της ο Μανώλης από τον καημό του, κατόπιν η κόρη της η Αννέτα, και τέλος  ο Διονύσιος, αλκοολικός και βασανισμένος από τις τύψεις,  που πια είχε αναγνωριστεί ως ο μεγαλύτερος ποιητής των Επτανήσ
ων…
Η Αγγέλικα θα πεθάνει στα χέρια της εγγονής της Ελένης Ιγγλέση, αδικαίωτη, στιγματισμένη για πάντα ως η μαντενούτα που πρόδωσε τον αφέντη-εραστή της…  

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Κριτικές για το βιβλίο ΑΓΓΕΛΙΚΑ η ΜΑΝΤΕΝΟΥΤΑ


Αγγέλικα, η μαντενούτα: Βιβλίο για την πραγματική ζωή της μητέρας του Δ. Σολωμού
26/01/2011 16:31 · Σχόλια
Μια ερευνητική μυθ-ιστορία για την πραγματική ζωή της μητέρας του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού είναι το βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ωκεανός, με συγγραφέα την Ελένη Κεκροπούλου.Τίτλος, «Αγγέλικα, η μαντενούτα».
Στις 562 σελίδες του ο αναγνώστης μαθαίνει την επιμελώς «κρυμμένη» πλευρά μιας υπόθεσης που έχει κοινωνικό, δικαστικό και εθνικό ενδιαφέρον: της «παλλακίδας» του Κόντε Σαλομόν ντι Τσιορτσέλο, της «μαντενούτας» (από την ιταλική λέξη «κρατημένη»-«σπιτωμένη», επί το λαϊκότερο…). Ενός «θεσμού» στη φεουδαρχική Ζάκυνθο που, υπό βενετική κυριαρχία, επέτρεπε στους βαθύπλουτους να έχουν κατ’ οίκον ερωμένες από πάμφτωχες οικογένειες με την ανοχή της νομίμου συζύγου.
Ο 60χρονος ιταλικής καταγωγής Ζακυνθινός έμπορος καπνού Σαλομόν -μετέπειτα Σολωμός- ερωτεύεται την κατατρεγμένη από τη φτώχεια 13χρονη Μανιάτισσα υπηρέτριά του, Αγγελική Νίκλη, την οποία του πούλησε ο δυστυχής πατέρας της. Από το γάμο του με την ελληνικής καταγωγής Μαρνέτα Κάκνη γεννιούνται δύο παιδιά: ο Ροβέρτος και η Ελένη. Από την εκτός γάμου σχέση με την Αγγέλικα θα γεννηθούν τρία παιδιά: ο Διονύσιος, ο μεγάλος ποιητής, ο Δημήτριος, σημαντικός πολιτικός στα ταραγμένα Επτάνησα και ο Ιωάννης, διαπρεπής νομικός.
Το τρίτο παιδί, ο Ιωάννης, είναι μεταθανάτιος γιος του Κόντε, ο οποίος Κόντε παντρεύτηκε την Αγγέλικα λίγο πριν πεθάνει και ενώ δεν είχε γεννηθεί το τρίτο παιδί. Το παιδί αυτό δέχθηκε να αναλάβει ο ποπολάρος Μανώλης Λεονταράκης, ένα φτωχό παλικάρι, εργάτης του Κόντε, που παντρεύτηκε με τη θέλησή της η Αγγέλικα.
Ο Διονύσιος μεγάλωσε με κηδεμόνες. Σε ηλικία 9 ετών εστάλη στη Βενετία από τους τρείς επιτρόπους-κηδεμόνες , όπως όρισε ο Κόντε στη διαθήκη του. Στο βιβλίο υπάρχει ένα σπαρακτικό γράμμα που στέλνει ο σπουδαστής γιος στη μάνα, με ημερομηνία 4 Νοεμβρίου 1815 και λέει:
«Πολυαγαπημένη μου μητέρα,
Επιτέλους, ύστερα από τα τέσσερα και παραπάνω χρόνια που λαχταρούσα να λάβω γράμμα σου, μου ήρθαν το ένα πάνω στο άλλο. Τα έβρεξα, πίστεψέ με, με τα πιο θερμά δάκρυα, γιατί μου έδιωξαν τους φόβους που τόσες φορές έβαζεν ο νους μου καθώς δεν λάβαινα καθόλου γράμματά σου. Πολλές φορές σ’ έκλαψα για πεθαμένη, άλλες πάλι, για να παρηγορηθώ, προσπαθούσα να βρω κάποια δικαιολογία ώστε να ξεγελάσω τον εαυτό μου. Σε λίγες μέρες μπαίνω στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, όπου θα πρέπει να βάλω όλα μου τα δυνατά, για να μπορέσω ύστερα από τρία χρόνια να έχω πάρει κάποια διάκριση όταν σε ξανασφίξω στην αγκαλιά μου» (…).
Σε ηλικία 21 ετών και χωρίς να έχει τελειώσει τη Νομική Σχολή, επιστρέφει το 1818 στη Ζάκυνθο και συναντά μέσα σε κλάματα τη μητέρα του, έχοντας να αντιμετωπίσει τους επιτρόπους που του απαγορεύουν να συγχρωτίζεται με την κατώτερης κοινωνικής τάξης μητέρα του.
Λίγα χρόνια μετά, αρχίζει μια δικαστική διαμάχη μεταξύ των αδερφών γιατί δεν θέλουν να μοιρασθούν τη μεγάλη περιουσία του πατέρα τους με τον Ιωάννη, τον τρίτο γιο. Διότι, σύμφωνα με το ενετικό ισχύον τότε νομικό σύστημα, αν αναγνωριζόταν «ομοπάτριος, νόμιμο τέκνο εκ νομίμου γάμου» θα είχε εκείνος την περιουσία και εκείνη ένα μικρό μερίδιο. Η μητέρα αναγκάζεται να καταθέτει από δίκη σε δίκη ώσπου το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης δεν αναγνώρισε τον τρίτο γιο ως κληρονόμο. Το Πρωτοδικείο σε συνεδρίασή του στις 20 Ιανουαρίου του 1836 απεφάνθη ότι η πάλαι ποτέ μαντενούτα στις 18 Αυγούστου του 1807 είχε δηλώσει ρητώς στις αρχές ότι «το συλληφθέν τέκνον ήτον του Εμμανουήλ Λεονταράκη». Έτσι η περιουσία δεν πήγε στον Ιωάννη.
Η συγγραφέας αφηγείται με κινηματογραφικό τρόπο την ιστορία της, ζωντανεύοντας παράλληλα το κλίμα της εποχής που θεωρούσε την ερωμένη ιδιοκτησία του πλούσιου εμπόρου, ενώ την ίδια περίοδο το νησί φλεγόταν από την εξέγερση των ποπολάρων. Το βιβλίο είναι προϊόν δωδεκαετούς έρευνας σε μια εκτεταμένη βιβλιογραφία όχι μόνο για τη ζωή του εθνικού μας ποιητή αλλά και το νομικό καθεστώς των Ιονίων Νήσων. Η Ελένη Κεκροπούλου δηλώνει λάτρης του Σολωμού, αλλά πάνω απ’ όλα της αλήθειας.
Κώστας Μαρδάς-δημοσιογράφος
Αγγέλικα, η μαντενούτα: της Ελένης Κεκροπούλου, εκδόσεις Ωκεανός.
pastedGraphic.pdf
Το μυθιστόρημα της Ελένης Κεκροπούλου «Αγγέλικα η μαντενούτα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ωκεανός, χωρίς καμία απολύτως διάθεση υπερβολής, ή φιλοφρόνησης είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που αναπαριστά με ειλικρίνεια και χωρίς την παραμικρή διάθεση ωραιοποίησης, μια ολόκληρη εποχή και τα πάθη μιας ξακουστής οικογένειας της Επτανήσου την εποχή των Ταμπακιέρηδων, των Κόντε και των ποπολάρων. 
Με αφηγηματική δεινότητα, έντιμη και ουδέτερη, σχεδόν αποστασιοποιημένη ματιά, η δημιουργός περιγράφει την ιστορία της Αγγελικής, της μητέρας του Διονυσίου Σολωμού, ρίχνοντας φως στις σκοτεινές εκείνες πτυχές της ζωής της που προκάλεσαν πόνο, αλλά και την ανελέητη διαπόμπευση της οικογένειας του μεγάλου ποιητή Διονυσίου Σολωμού αλλά και του ιδίου, φυσικά, στιγματίζοντας για πάντα την ίδια και τα παιδιά της. Αλλά είναι επίσης και η ιστορία της Ζακύνθου και των Επτανήσων αφού αναπαριστά με αληθοφάνεια την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της περιοχής κατά την ιταλική κυριαρχία. Παρά τη μυθιστορηματική διάσταση του βιβλίου, τα ρεαλιστικά στοιχεία του συγκαταλέγονται στα δυνατά σημεία του βιβλίου, ενώ οι ήρωες πραγματικοί και πλασματικοί ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες του λυτρωμένοι,. Αποκτούν σάρκα και οστά, και μοιάζουν, θα έλεγε κανείς, να αναγεννήθηκαν μέσα από τα γραπτά και με την πένα της συγγραφέως για να υπεραμυνθούν της φήμης τους να διεκδικήσουν τα δίκαια τους, να δικαιωθούν μετά θάνατο.
Ειλικρινές, πιστό, τολμηρό, συγκινητικό, αποκαλυπτικό είναι λίγα μόνο από τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε αυτό το μυθιστόρημα, ενώ ακόμα και η ποιητικότητα και ο λυρισμός στις περιγραφές δεν αφαιρούν από την ρεαλιστική και ιστορική του διάσταση και χροιά. Σε αυτό συντείνουν εκτός των άλλων και οι πιστευτοί διάλογοι, συχνά εμπνευσμένοι από τις επιστολές που εντόπισε η συγγραφέας στη διάρκεια της μακρόχρονης έρευνας της ενσωματώνοντας τες έπειτα με μεγάλη επιτυχία στο βιβλίο της μαζί με την εντοπιότητα της γλώσσας που φρόντισε να διατηρήσει και άλλα. Οι επιστολές που παρατίθενται στο βιβλίο είναι αυθεντικές προσδίδουν στο βιβλίο μια ακόμα διάσταση αυτής της ιστορικής περιόδου, ενώ οι 'κινηματογραφικές' περιγραφές (ροή κινηματογραφική, γρήγορες αλλαγές σκόπευσης), η ανεπιτήδευτη προσέγγιση, αναδεικνύουν μοναδικά την υποκρισία της εποχής και των αντίστοιχων ηθών που εκπροσωπεί (η εποχή) και τα απομυθοποιεί.
Πολλά συγχαρητήρια αξίζουν στην Ελένη Κεκροπούλου για το θαυμάσιο αυτό έργο!
Πέρσα Κουμούτση- συγγραφέας
pastedGraphic_1.pdf
Eleni Tsamadou είπε...
Κοίτα να δεις που μας αρέσουν τα ίδια πράγματα. Το αγόρασα το βιβλίο μόλις το είδα, χωρίς δεύτερη σκέψη,χωρίς να ξέρω τη συγγραφέα. Πήγα να ξεφυλίσσω δύο σελίδες και μαγεύτικα. Με ενθουσίασε η γραφή της, η γλώσσα που ρέει αβίαστα και ενώ το βιβλίο αυτό είναι προϊόν πολύχρονου μόχθου και έρευνας, εντούτοις δεν έχει ούτε εκζήτηση ούτε σχολαστικότητα. Συγχαρητήρια στην κυρία Κεκροπούλου. Ελπίζω να το παρουσιάσω και εγώ μόλις ξεμπλέξω με κάποιες εκκρεμότητες. Ως τότε Καλά Χριστούγεννα Πέρσα μου, να είσαι καλά και να περάσεις με υγεία και γαλήνη με τους ανθρώπους που αγαπάς τις γιορτές.
Φιλιά πολλά πολλά
pastedGraphic_2.pdf
‘Αγγέλικα η Μαντενούτα’ από την Ελένη Κεκροπούλου: Ένα βιβλίο από μια γυναίκα για μια άλλη γυναίκα, με ένα καθαρά ‘γυναικείο’ εξώφυλλο, που όμως δεν συνιστά ‘γυναικεία’ λογοτεχνία. Πώς αυτό;
Ζάκυνθος, αρχές του προπερασμένου αιώνα. Ένα κοριτσάκι αγγελικής ομορφιάς πουλιέται από τον πατέρα του στον κόμη Σαλαμόν, έναντι οικονομικών και άλλων ανταλλαγμάτων. Μια πρακτική που συνιστούσε θεσμό της εποχής και που έμεινε εν πολλοίς άγνωστη και ηθελημένα ξεχασμένη μαζί με άλλες αμαρτίες του ένδοξου γένους μας. Τα Επτάνησα τότε βέβαια ήταν υπό Ιταλική κυριαρχία και υπό Αγγλική και Ρωσική διεκδίκηση και η όποια νομιμότητα ήταν ένα λάστιχο που όποιος ήταν πιο δυνατός το τραβούσε προς το μέρος του.
Στο συλλογικό μας υποσυνείδητο η περίοδος της Τουρκοκρατίας έχει καταγραφεί ως μια συμφορά που δεν άγγιξε τα Επτάνησα, τα οποία κατά γενική άποψη ήταν ένας παράδεισος για τις τέχνες, τα γράμματα και το εμπόριο, που προστατεύονταν όλα από τους Ιταλούς. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική, όπως διεκτραγωδεί η Ελένη Κεκροπούλου στο βιβλίο της. Ίντριγκες, πάθη, αιματηροί (πολύ αιματηροί) αγώνες για την εξουσία, ντόπιοι – φερέφωνα των μεγάλων και μικρότερων δυνάμεων της εποχής αναδεικνύονται από την πένα της που δεν χαρίζεται σε κανένα. Και μέσα σε όλα αυτά, ένα μικρό κορίτσι, ένα κοριτσάκι με την κατάρα της εκπάγλου ομορφιάς που έμελλε να γίνει ερωμένη – μαντενούτα – του κόμη Σαλαμόν και να φέρει στον κόσμο τον εθνικό μας ποιητή, το Διονύσιο Σολωμό.
Η ιστορική ακρίβεια και οι λεπτομέρειες που αναδεικνύονται και έρχονται ίσως για πρώτη φορά στην επιφάνεια είναι ένα από τα μεγάλα προτερήματα του βιβλίου, αλλά η ανθρώπινη πλευρά του με την ιστορία της κοπέλας αυτής είναι η κύρια δύναμη που μας κάνει να συμπάσχουμε μαζί της και να θέλουμε να εξερευνήσουμε τη μοίρα της, μια τρομερή μοίρα που θα μας εκπλήξει το πόσο κοινή ήταν για την εποχή εκείνη. Η συγγραφέας αποφεύγει εντελώς την πολύ κοινή παγίδα του διδακτισμού ή της προσωπικής θέσης, ή ακόμα της ‘γυναικείας’ προσέγγισης, ξεδιπλώνοντας ψύχραιμα και νηφάλια τα γεγονότα και αφήνοντάς μας να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.
Άφησα για το τέλος ένα από τα κυριότερα προτερήματα του βιβλίου, την εκπληκτική χρήση της γλώσσας της εποχής και της περιοχής. Ακόμη και μόνο γι αυτό, το βιβλίο κερδίζει με το σπαθί του μια περίοπτη θέση στη σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία, μια θέση που μπορεί να υποστηρίξει με κάθε σελίδα του.
Οδυσσέας Γκρέη-συγγραφέας

Μαρίτα Μπουκουμάνη
Κατατέθηκε την: Wednesday, 05 Jan 2011
pastedGraphic_3.pdf
ΔΕΝ ΕΧΩ ΛΟΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΩ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. ΑΡΑΓΕ ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΩ ΠΟΤΕ ΤΕΤΟΙΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΝΑ ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΣΩ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ?
Βαθμολογία: pastedGraphic_4.pdf [5 από 5 Αστέρια!]
18/03/2011 Νόρα Τζάνου
Ένα μαγευτικό βιβλίο που στέκεται με ειλικρίνεια και νηφαλιότητα απέναντι στα πρόσωπα και στα γεγονότα.
10/03/2011 Δημητριάδης Ανδρέας
Μας ταξιδέψατε με το βιβλίο σας. Ευχαριστώ από καρδιάς!
21/02/2011 Γιώτα Παρίση

Μπράβο! 
13/01/2011 Μαρία Μπογδάνου
Καταπληκτικό βιβλίο! Να το διαβάσετε όλοι!




11/05/2011
Μίλτος Σαχίνης
Να μας δίνετε πάντα τέτοια βιβλία!


11/05/2011
Ράνια
Καταπληκτικό...και επειδή τυχαίνει να έχω ζακυνθινή ρίζα και να γνωρίζω τη ζακυνθινή διάλεκτο, δίνω στη συγγραφέα πολλα συγχαρητήρια γιατί κατάφερε να με μεταφέρει στον χρόνο και στον τόπο....με άγγιξε και με συγκίνησε όσο λίγα βιβλια έχουν καταφέρει...

Όλες οι εμπειρίες που βιώνει ο καθένας μας δεν είναι τίποτε περισσότερο από το αποτέλεσμα της βούλησης της ίδιας της Ψυχής να εκπληρώσει τους στόχους της, με κάθε τίμημα..